πᾶς

πᾶς, πᾶσα, πᾶν, gen. παντός 1. весь, целый; 2. всякий, каждый (ср. пантеон; пантера) (syn. ὅλος)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πᾶς" в других словарях:

  • πᾶς — papa masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πας — (I) πάσα, παν / πᾱς, πᾱσα, πᾱν, αιολ. τ. αρσ. παῑς, θηλ. παῑσα, αρκαδ. τ. θηλ. πάνσα, λακων. τ. θηλ. πἆἁ, ΝΜΑ (αντων.) Ι. ΚΛΙΣΗ: 1. στον εν. α) γεν. παντός, πάσης, παντός. β) δοτ. παντί, πάση, παντί γ) (αιτ.) πάντα, πᾱσαν, πᾱν, αρσ. και πᾱν 2.… …   Dictionary of Greek

  • πᾶσ' — πᾶσαι , πάομαι get aor imperat mid 2nd sg (doric) πᾶσα , πᾶς papa fem nom/voc sg (attic epic ionic) πᾶσι , πᾶς papa masc/neut dat pl (attic epic ionic) πᾶσαι , πᾶς papa fem nom/voc pl (attic epic ionic) πᾶσι , πᾶσις acquisition fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάς — (II) ὁ, Α (κυπρ. τ.) βλ. παις. (III) ὁ, Α (κατά το Μέγα Ετυμολογικόν) (στους Συρακοσίους) «πατήρ» …   Dictionary of Greek

  • Πᾶς τις αὐτὸν τοῦ πέλας μᾶλλον φιλεῖ. — πᾶς τις αὐτὸν τοῦ πέλας μᾶλλον φιλεῖ. См. Всякий сам себе ближе …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Πᾶς γὰρ τὸ οἰκεῖον ἔργον ἀγαπᾷ μᾶλλον ἢ. — См. Всякому свое мило …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Πατρὶς γάρ ἐστι πᾶσ’ ἵν’ ἂν πράττῃ τις εὖ. — πατρὶς γάρ ἐστι πᾶσ’ ἵν’ ἂν πράττῃ τις εὖ. См. Отчизна там, где любят нас …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἀπὸ λεπτῆς κρόκης ὁ πᾶς οὗτος πλοῦτος ἀπήρηται. — См. Висит на нитке …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται. — См. На покляпое дерево и козы скачут …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Λα Πας — (La Ρaz). Πόλη (793.000 κάτ. το 2002) της δυτικής Βολιβίας, διοικητική πρωτεύουσα του κράτους, καθώς επίσης και πρωτεύουσα της ομώνυμης διοικητικής περιφέρειας (133.985 τ. χλμ., 2.406.377 κάτ. το 2000). Βρίσκεται σε ύψος 3.625 μ., στους πρόποδες… …   Dictionary of Greek

  • Πέλοψ (-πας) — Πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας, επώνυμος ήρωας της Πελοποννήσου. Γιος του Ταντάλου και της Κλυτίας ή Διώνης, υπήρξε ο γενάρχης των Πελοπιδών. Ενώ ήταν ακόμα παιδί, κατακρεουργήθηκε από τον πατέρα του, ο οποίος παράθεσε τα μέλη του σε συμπόσιο… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.